Ζωγραφίζει όπως ένας άνθρωπος που δεν ξέρει τίποτα
 
Πώς θα ‘ταν άραγε ο κόσμος αν άδειαζε από εικόνες, από σκέψεις, από λέξεις; Δείχνοντας τον κατάλογο της έκθεσης της Κανέλλας Τραγουστή στους συναδέλφους μου είχα κιόλας τις πρώτες απαντήσεις: αθώος, φωτεινός, αινιγματικός, πριμιτίβ, σαν να άρχιζαν όλα απ’ την αρχή...
 
Αυτό! Αυτό ακριβώς ήταν. Σαν να άρχιζαν όλα απ’ την αρχή. Έχοντάς την απέναντί μου τώρα το επιβεβαίωνα. Η Κανέλλα Τραγουστή, που ήρθε από το Βερολίνο –όπου μένει τα δέκα τελευταία χρόνια- για να κάνει την πρώτη ατομική της έκθεση ζωγραφικής στην γκαλερί «Άστρα» (26 Μαΐου-11 Ιουνίου 1997) ήταν η ίδια η απάντηση, μορφοποιημένη με σάρκα και οστά μπροστά μου, που βγάζοντας τα σλάιντς της στη σειρά, μιλώντας μου για τη ζωγραφική της, με πήγαινε πολύ βαθιά στην ιστορία της, το μυαλό της, τα θέλω της, τις αισθήσεις της...
 
Τη διαδρομή της, μια τυπική διαδρομή (ως τα μέσα της) ενός νέου σύγχρονου ανθρώπου, την ένιωσα στο πετσί μου σαν μια αγωνία, μια επίμονη αναζήτηση ενός «διαφορετικού» εαυτού. Που κάποια στιγμή μπουκωμένος, ως εκεί που δεν παίρνει, από τις «ευκολίες» του, κάνει ένα μπραφ (!) και τα παρατάει όλα. Ποια; Τα πάντα. Τη Γαλλική Φιλολογία που τέλειωσε στην Αθήνα, τη σημειολογία που παρακολούθησε στο Παρίσι, το πέρασμά της από τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, τα πάντα. Όλες τις ευκολίες, όλες τις ευκαιρίες! Κι έτσι το 1987, σε ηλικία 27 χρονών, εγκαταλείπει την Αθήνα για το Βερολίνο, μια πόλη όπου δεν ξέρει κανένα και της οποίας τη γλώσσα αγνοεί «...Το Βερολίνο λειτουργούσε σαν ένα παρασκήνιο, ντρέπομαι να το λέω, αλλά ήταν στιγμές που περπατούσα σ’ αυτή την πόλη και δεν την παρατηρούσα νομίζω, περπατούσα και σκεφτόμουν τα δικά μου πράγματα, περνούσα μπροστά από τις άδειες προσόψεις, κι αυτό το άδειο –επειδή είμαι άνθρωπος που το παραμικρό μου τραβάει την προσοχή- δε με αποσπούσε. Αντίθετα, λειτούργησε πολύ δημιουργικά, δηλαδή έβαλα σε μια σειρά τις σκέψεις μου.» 
 
Παράλληλα, ενώ τα λέει όλα αυτά, μου δείχνει φωτογραφίες αυτών των άδειων χώρων που τράβηξε η ίδια εκείνη την εποχή στη Γερμανία. Είναι καθησυχαστικές και ταυτόχρονα επιβλητικές, κάτι χώροι τεράστιοι σαν αλάνες γεμάτες χώμα και σε κάποιο σημείο μια πρόσοψη σπιτιού, ένας άνθρωπος τόσο ενσωματωμένος σ’ αυτό το «άδειο» που δείχνει περισσότερο στοιχείο του χώρου, αναπόσπαστο μέρος του. Η ίδια θεματική θα επαναληφθεί αργότερα στους πίνακές της. «Πριν φύγω πήρα κάποια μαθήματα ζωγραφικής με την Κατερίνα Μερτζάνη, πάντα ζωγράφιζα, αυτή η γυναίκα όμως με παρότρυνε να ψάξω τι έχω μέσα μου.»
 

Το «ψάξιμο» όπως και η απόφαση «πως η ζωγραφική είναι η δική μου γλώσσα» πάρθηκαν ουσιαστικά στο Βερολίνο, από το ’90 και μετά που παρακολουθεί μαθήματα χαρακτικής στην Καλών Τεχνών, στο τμήμα του Jens Jensen. Τα υπόλοιπα ήρθαν μόνα τους: ασκητική ζωή και απομόνωση – τις περιόδους της ζωγραφικής- και έργα που ξεκινάνε πάντα από το λόγο – η συγκεκριμένη έκθεση είχε ως έναυσμα τους «Ένθεους» του Λακαριέρ- και καταλήγουν πάντα στο άσπρο, στο άγραφο, το κενό της μνήμης, τις «έντονες» εικόνες που η καλλιτέχνης ανασύρει από μέσα της, στην προσπάθειά της να ζωγραφίσει «όπως ένας άνθρωπος που δεν ξέρει τίποτα». Ξεκινώντας από το μηδέν...
 

Αγγελική Βασιλάκου, Αθήνα​​​​​ 1997
 
(από το περιοδικό «Μετρό»)
   ​